Δεν θέλω να γράφω γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν αισθάνομαι καλά. Όμως σήμερα, είναι πάλι μία από αυτές τις ημέρες που αισθάνομαι πάρα μα πάρα μα πάρα πολύ χάλια. Ο αέρας δεν μου φτάνει, έχω ενοχλήσεις στο στήθος, είμαι κακοδιάθετη και είμαι σίγουρη ότι θα καταρρεύσω.
Η συνάντηση με την Έλενα με έκανε σκατά, άλλο πράγμα της ζήτησα και άλλο μου έδωσε. Ευχαριστώ. Αισθάνομαι πολύ χάλια που την εμπιστεύτηκα. Πιστεύω ότι πρόδωσε την εμπιστοσύνη μου. Άλλο πράγμα περίμενα από εκείνη, μια ζεστή αγκαλιά, μια γλυκιά κουβέντα να μου πεις μη μασάς κορίτσι μου, ένα μικρό πισογύρισμα είναι, όλα εντάξει. Αντί όμως να μου φτιάξει τη διάθεση, με έκανε ακόμα πιο χάλια, με πάτησε σαν σκουλήκι, ζήτησε κι άλλες συνεδρίες για να γεμίσει το πορτοφόλι της και ούτε λίγο ούτε πολύ μου είπε ότι μια ζωή έτσι θα είσαι. Αυτά έγιναν την Τρίτη. Νευρίασα πολύ. Μου έστειλε μήνυμα στο κινητό και δεν έχω καμία διάθεση να την πάρω πίσω. Και ούτε πρόκειται. Μήνυμα. Λες και είμαστε δεκαεξάχρονα. Τόσο πολύ της στοιχίζει να σηκώσει το τηλέφωνο και να ρωτήσει «ρε κορίτσι μου, τι κάνεις»; Και κάθε φορά που την παίρνω, όλο λέει ότι με σκεφτότανε, αλλά ποτέ δεν πήρε μόνη της τηλέφωνο. Και με ενόχλησε πολύ που δεν ήρθε στην έκθεση. Όφειλε να έρθει, όπως όφειλε ν’αγοράσει από μόνη της το βιβλίο κι όχι με τον τρόπο της να περιμένει από μένα. Όμως ποιος έχασε το τακτ για να το βρει εκείνη; Θυμωμένη; Ναι, είμαι θυμωμένη πολύ. Με ρώτησε αν είμαι θυμωμένη με τους άλλους. Άσε τους άλλους ήσυχους κυρά-μου και κοίτα καλύτερα τον εαυτό σου, που άλλα μου υποσχέθηκες και άλλα μου έδωσες. Όπως ο Αρζιμάνιος. Αιώνια αγάπη, ερωτευμένος μαζί μου, δεν θα μ’εγκατέλειπε ποτέ και μ’άφησε τόσο ξαφνικά, τόσο επώδυνα, τόσο ταπεινωτικά, χωρίς καμία εξήγηση. Κι εγώ έμεινα μόνη, να προσπαθώ να εξηγήσω στον εαυτό μου τα’ανεξήγητα, να προσπαθώ να κρύψω τον πόνο και τη θλίψη για να μην πληγώσω τους ανθρώπους που αγαπούσα. Ποτέ δεν βίωσα το πένθος εκείνου του χωρισμού. Μια μόνο φορά θυμάμαι να έχω αναλυθεί σε δάκρυα, να κυλάνε ποτάμι από μέσα μου, τότε που είχαμε συναντηθεί σε μια παραλιακή καφετέρια και είχε φέρει κι ενισχύσεις μαζί για να συζητήσουμε τα του διαζυγίου. Κι εγώ μια σταλιά παιδάκι να προσπαθώ να διαπραγματευτώ ψύχραιμη, να περιμένω έστω και την ύστατη στιγμή μια τελευταία του χειρονομία κι εκείνος να είναι ψυχρός και άκαμπτος. Κι όταν έφυγα κουρέλι από εκείνη τη συνάντηση, τα δάκρυα μου μούσκευαν το πρόσωπό μου, ήθελα τόσο πολύ μια αγκαλιά για να κλάψω όμως δεν την είχα. Δεν είναι ότι δεν ήθελαν, απλώς δεν ήξεραν τον τρόπο. Πίστευαν ότι κουκουλώνοντας τα δάκρυα κουκουλώναμε και τον πόνο μας. Και τον κουκουλώσαμε, όμως αυτός δεν έφυγε είναι πάντα εκεί δημιουργώντας μια μόνιμη θλίψη στην καρδιά μας. Ω! πόσο θυμωμένη είμαι μαζί του. Πόσο τον μισώ! Πόσο θα ήθελα να τον είχα μπροστά μου και να του έδινα ένα γερό σκαμπίλι και να τον φτύσω καταπρόσωπο. Γιατί το έπαιζε κύριος, γιατί έλεγε μπούρδες, γιατί με λίγα με δούλευε ψιλό γαζί. Δεν θα είχαμε φτάσει σ’αυτό το σημείο, εάν αυτός δεν επέμενε και αν δεν με πίεζε τόσο μα τόσο πολύ. Κι όταν ήρθε η ώρα της πληρωμής, την έκανε μ’ελαφρά πηδηματάκια κι εξαφανίστηκε, ακολουθώντας αναίμακτα τη δική του τη ζωή, χωρίς θυσίες και κόπους. Τίποτα δεν θυσίασε εκείνος. Όλα τα γεύτηκε δίχως ενοχές. Ω! πόσο τον μισώ! Πόσο θα ήθελα να τον δω να σέρνεται κάτω σαν σκουλήκι, να βρωμάει και να ζέχνει κι εγώ να είμαι από πάνω του και να τον ποδοπατώ και με την αρβύλα στα πόδια μου να σπρώχνω το πρόσωπό του μέσα στα βρωμόνερα και να του λέω «πιες τώρα, πιες τώρα μαλάκα! Πλήρωσε για όλα όσα μου έκανες στη ζωή. Πλήρωσε που με άφησες μόνη κι αβοήθητη χωρίς ποτέ να ενδιαφερθείς αν ζούμε ή αν πεθάναμε. Που ποτέ δεν σκέφτηκες τα συντρίμμια που άφησες πίσω σου. Που ήσουν μια φούσκα, μαλάκα, ηλίθιε!»
Δεν σε χρειάζομαι Έλενα πια! Μου είσαι αχρείαστη. Δεν μπορώ να φτύσω στο πρόσωπό σου όλους αυτούς που μου έταξαν πράγματα και δεν μου τα προσέφεραν. Όλους αυτούς που μου είπαν ότι θα με πρόσεχαν και δεν με πρόσεξαν. Όλους αυτούς που μου είπαν ότι θα με αγαπούσαν για πάντα και δεν με αγάπησαν γιατί δεν ήμουν όπως ήθελαν εκείνη, μόνη δίχως υποχρεώσεις. Βρήκα όμως έναν τρόπο, που μόνο εγώ ξέρω. Να ξεβράσω όλη αυτή την οργή και το θυμό που έχει συσσωρευτεί μέσα μου γράφοντας τα εδώ. Κλείνω τα μάτια, φαντάζομαι το πρόσωπό του να συσπάται από τους πόνους κι η καρδιά μου γεμίζει αγαλλίαση. Ποιος είπε ότι η εκδίκηση δεν είναι ωραίο πράγμα; Είναι απίστευτο συναίσθημα. Απελευθερωτικό! Αναζωογονητικό! Υπέροχο!!!
Ω! Έλενα ήσουν τελικά τόση λίγη. Αναλώθηκες στη σχέση με τη μάνα μου και δεν είδες το πραγματικό πρόβλημα. Μήπως το πρόβλημα με τη μάνα ήταν δικό σου πρόβλημα και θέλησες να το καθρεφτίσεις επάνω μου; Μπορεί να μην είχαμε την πιο τέλεια σχέση αλλά σίγουρα δεν ευθύνεται αυτή για όλα όσα μου συμβαίνουν.
Το αίμα ανεβαίνει στο κεφάλι μου αυτή τη στιγμή, αισθάνομαι απίστευτη δυσφορία, ο φόβος πάει να με καταβάλει για μια ακόμη φορά, αλλά ρε πούστη να ξέρεις άμα σε δω στο δρόμο θα σε γαμήσω. Αυτή τη φορά δεν θα μου τη γλυτώσεις. Μαλάκα! Ε! μαλάκα!!!